Κανόνες λειτουργίας του ΝΑΡ

α. Η ιδιότητα του μέλους του ΝΑΡ

Μέλος του ΝΑΡ θεωρείται, μετά από αίτησή του, πρόταση συντρόφων και τελικά απόφαση της οργάνωσης, κάθε πρωτοπόρος αγωνιστής που:

- Συμφωνεί με τα καίρια σημεία της προγραμματικής μας φυσιογνωμίας και τις βασικές θεωρητικο-πολιτικές συντεταγμένες του ΝΑΡ. (ανάλυση του καπιταλισμού της εποχής, κριτική αποτίμηση της ιστορικής διαδρομής του εργατικού κινήματος σε Ανατολή και Δύση, επαναστατικός δρόμος – νέα σχέση στρατηγικής και τακτικής – αντικαπιταλιστική επανάσταση και κομμουνιστική απελευθέρωση, εργατική πολιτική, μετωπική δράση, άποψη για το επαναστατικό υποκείμενο και τη σχέση πρωτοπορίας και μαζών, Νέο Εργατικό Κίνημα). Το μέλος του ΝΑΡ είναι υπέρ της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού και της απελευθέρωσης της εργασίας μέχρι τέλος, παλεύει για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση, εμπνέεται από μια βαθιά διεθνιστική εργατική λογική, πρωτοστατεί στην πάλη εκεί που εργάζεται, σπουδάζει ή κατοικεί, κατακτά μια δημιουργική σχέση με τον επαναστατικό μαρξισμό και συμβάλλει στην ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας.

- Θέλει να δουλέψει οργανωμένα μέσα από κάποια οργάνωση του ΝΑΡ (εργατοπαραγωγική, συνοικίας ή άλλη) και έχει έμπρακτη συμβολή στα θεωρητικά, πολιτικά, οργανωτικά και κινηματικά καθήκοντα που προωθεί η οργάνωση που ανήκει.

- «Λειτουργεί» στην πράξη μέσα στην οργάνωση με τους κανόνες λειτουργίας της.

- Πληρώνει τακτικά τη μηνιαία συνδρομή του.

- Το μέλος του ΝΑΡ μπορεί να είναι οποιασδήποτε εθνικότητας.

Το μέλος του ΝΑΡ ανήκει σε μια οργάνωση (κατά προτεραιότητα την εργατοπαραγωγική). Σ΄ αυτή έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μέλους του ΝΑΡ. Ταυτόχρονα, το μέλος του ΝΑΡ μπορεί να συμμετέχει, όταν κρίνεται αναγκαίο, και σε άλλη οργάνωση (συνοικίας ή μετώπου). Εκεί έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, εκτός απ΄ αυτά του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι», της συνδρομής, της ψηφοφορίας για ευρύτερα ζητήματα της πολιτικής του ΝΑΡ (εννοείται ότι τη γνώμη του θα την πει, απλώς δεν ψηφίζει, γιατί αυτό το κάνει στη βασική του οργάνωση).

Η ιδιότητα του μέλους του ΝΑΡ παύει να ισχύει, με απόφαση της οργάνωσης, όταν κάποιος αγωνιστής δεν εκπληρώνει τους παραπάνω όρους.

Η απόφαση για την ένταξη ενός μέλους στο ΝΑΡ πρέπει να εγκρίνεται από το 50%+1 τουλάχιστον, ενώ η άρση της ιδιότητας του μέλους (διαγραφή) από τα 2/3 του συνόλου των μελών της συνέλευσης.

β. Δικαιώματα και υποχρεώσεις του μέλους του ΝΑΡ

Το μέλος του ΝΑΡ έχει δικαίωμα να συμμετέχει ισότιμα σε όλες τις δραστηριότητες της οργάνωσης, να διατυπώνει ελεύθερα τη γνώμη του, να πληροφορείται για τις απόψεις που υπάρχουν στην οργάνωση, να προβάλλει τις απόψεις του στην οργάνωση με ίσους όρους, να είναι παρόν σε συζητήσεις για θέματα που το αφορούν προσωπικά, να αναπτύσσει τις πολιτικοθεωρητικές του ικανότητες, να συναποφασίζει ουσιαστικά για τα ζητήματα του χώρου και για τα συνολικά, να ελέγχει τα όργανα, να εκλέγει τα καθοδηγητικά όργανα του ΝΑΡ και να εκλέγεται σε αυτά. Το μέλος του ΝΑΡ πρέπει να βοηθιέται από την οργάνωση στην τεκμηρίωση και στη διαμόρφωση της άποψης του.

Η λειτουργία του ΝΑΡ διαπνέεται από τις αρχές της εργατικής δημοκρατίας, που έχουν ως πρότυπό τους όχι τον αστικό φιλελευθερισμό, αλλά την δημοκρατία των εργαζομένων και αγωνιστών. Εξασφαλίζει τη δημιουργική συμμετοχή και τον ουσιαστικό ρόλο όλων των σ/φων στο σύνολο των καθηκόντων μας (θεωρητικά, πολιτικά, κινηματικά, οργανωτικά). Ενισχύει τη δυνατότητα όλων των μελών να έχουν ουσιαστική γνώμη και να συναποφασίζουν για κάθε ζήτημα που αφορά την οργάνωσή τους και το ΝΑΡ συνολικά, κατά το δυνατό με μορφές άμεσης δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, το μέλος του ΝΑΡ αναλαμβάνει, με πνεύμα εθελοντικής και συνειδητής συλλογικής πειθαρχίας, όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους του ΝΑΡ: σταθερή συμμετοχή σε μια οργάνωση, ανάπτυξη των πολιτικών και θεωρητικών ικανοτήτων του, καταβολή της συνδρομής, πρακτική συμμετοχή στη δράση, ευθύνη για την προώθηση της πολιτικής του ΝΑΡ συνολικά και στο χώρο, ένταξη νέων μελών, συλλογική προσπάθεια και ενότητα δράσης, συντροφικό κλίμα και πνεύμα επαναστατικής αλληλεγγύης.

Ως ΝΑΡ, αντιμετωπίζουμε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μέλους του ΝΑΡ στην επαναστατική ενότητα και αλληλοδιαπλοκή τους και με βάση το νέο περιεχόμενο που αποκτούν στα πλαίσια της ενιαίας στάσης και δράσης του επαναστάτη αγωνιστή, και όχι στην αντιπαράθεση κάποιων «αστικοφιλελεύθερων» δικαιωμάτων με κάποιες «στρατιωτικού» ή γραφειοκρατικού τύπου υποχρεώσεις.

γ. Οι οργανώσεις του ΝΑΡ

Οι οργανώσεις του ΝΑΡ είναι πολιτικές οργανώσεις με πλήρη δικαιώματα και ευθύνες για το χώρο δράσης τους και για το σύνολο των καθηκόντων μας.

Συγκροτούνται όπου υπάρχουν τουλάχιστον 3 μέλη του ΝΑΡ (με απόφαση του αντίστοιχου καθοδηγητικού οργάνου) κατά προτεραιότητα σε εργατοπαραγωγική βάση. Ταυτόχρονα λειτουργούν και οργανώσεις συνοικιών, πόλεων ή μετώπων. Αν η οργάνωση έχει πάνω από 10 μέλη εκλέγει Γραφείο, διαφορετικά εκλέγει συντονιστή.

Οι οργανώσεις του ΝΑΡ οργανώνουν την παρέμβασή τους στα θεωρητικά, πολιτικά και κοινωνικά μέτωπα με βάση τις στρατηγικές και τις τρέχουσες πολιτικές προτεραιότητες του ΝΑΡ, εργάζονται για τη διεύρυνση της επιρροής του ΝΑΡ και την ένταξη νέων μελών σ΄ αυτό.

Οι οργανώσεις συνεδριάζουν τακτικά, τουλάχιστον κάθε 15 μέρες, είτε ολομελειακά είτε κατά τμήματα (αν υπάρχουν). Ανώτερο όργανο της οργάνωσης είναι η συνέλευση, που πρέπει να συγκαλείται μια φορά το μήνα.

Οι οργανώσεις του ΝΑΡ αναπτύσσουν τον ελεύθερο συντροφικό καταμερισμό καθηκόντων και ευθυνών ανάμεσα στα μέλη τους, με κριτήριο τις κλίσεις και τις ανάγκες τους, αλλά και με βάση τις ανάγκες της επαναστατικής συλλογικότητας που συγκροτούμε. Ανάλογος καταμερισμός ευθυνών και καθηκόντων γίνεται και συνολικά.

δ. Δημοκρατική ενότητα δράσης

Το ΝΑΡ λειτουργεί και αποφασίζει κατά πλειοψηφία και δρα με βάση την αρχή της δημοκρατικής ενότητας δράσης.

Με αυτόν τον τρόπο, η οργάνωση προωθεί και δοκιμάζει στην πράξη τις επιλογές της.

Ταυτόχρονα, τα όργανα της οργάνωσης, έχουν την υποχρέωση να διευκολύνουν οποιεσδήποτε τυχόν μειοψηφούσες απόψεις να επικοινωνούν με το σύνολο της οργάνωσης (μέσω χωριστών εισηγήσεων, εσωτερικού δελτίου κ.λπ.), δίνοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να μετατραπούν σε πλειοψηφούσες. Επίσης, κάθε μέλος του ΝΑΡ ή κάθε ομάδα μελών που έχει μια διαφορετική αντίληψη για οποιοδήποτε θέμα έχει το δικαίωμα –και η οργάνωση πρέπει να το εξασφαλίζει– να την προβάλλει σε όλα τα μέλη με ίσους όρους.

Το ΝΑΡ, συνεπώς, επιχειρεί να υλοποιήσει την αρχή της δημοκρατικής συζήτησης και ενότητας δράσης με ουσιαστικό και δυναμικό τρόπο, και όχι με όρους ακινησίας και επιβολής. Αυτό, άλλωστε, επιβάλλει η πραγματικότητα της οργάνωσης, όπου συνήθως δεν υπάρχουν σταθερές πλειοψηφίες και μειοψηφίες, αλλά πάσχουμε από έλλειψη απόψεων, και από έλλειψη των προϋποθέσεων για έκφραση γνώμης από την πλειονότητα των μελών και όχι μόνο των στελεχών. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό που κυρίως εκδηλώνεται είναι μια πολυμορφία και ευμεταβλητότητα των γνωμών, σπάνια αποφασίζουμε με ψηφοφορία, πολλές φορές αρκούμαστε σε επιφανειακές συμφωνίες, δεν «φιλτράρουμε» τις γνώμες με βάση τη δοκιμασία της πράξης, απουσιάζουν η τόλμη και ο πειραματισμός, ο απολογισμός και η αυτοκριτική, που τόσο έχει ανάγκη το ξεδίπλωμα της λογικής μας. εννοείται ότι στη δημιουργική υλοποίηση αυτής της αρχής δεν «χωρούν» αποφάσεις με ψηφοφορία για θέματα θεωρητικής αναζήτησης.

Σ΄ αυτά τα πλαίσια, το ΝΑΡ ευνοεί την συντροφική και ανοιχτή αντιπαράθεση αρχών, χωρίς φράξιες και υπονομευτική δουλειά. Παράλληλα, «υποχρεώνει» όλες τις δυνάμεις του ΝΑΡ να εμβαθύνουν σε όλες τις απόψεις χωρίς καμιά υποτίμηση, ώστε να αναπτύσσονται προωθητικά και οι ίδιες οι απόψεις και το επίπεδο ενότητας και αντιπαράθεσης.

Το ΝΑΡ οργανώνει και προωθεί τη σύνθεση των απόψεων και την ενότητα δράσης των μελών του για το σύνολο των καθηκόντων. Πυρήνας αυτής της οργανωτικής, πολιτικής αρχής είναι η ουσιαστική προγραμματική και πολιτικοθεωρητική ομογενοποίηση των μελών του ΝΑΡ, η ικανότητα της πολιτικής γραμμής του να εμπνέει και να συνενώνει, το αναπτυγμένο αίσθημα συλλογικότητας, ατομικής υπευθυνότητας και εθελοντικής στράτευσης, η σαφήνεια ως προς τα καθήκοντα που πρέπει να υλοποιηθούν. Η κατάκτηση της συνειδητής εθελοντικής πειθαρχίας και η ενιαία σχεδιασμένη δράση (στηριγμένες σε μια συνεκτική-ενιαία οργανωτική δομή και σε ένα καθοδηγητικό κέντρο της οργάνωσης) είναι εκτός των άλλων και απαίτηση των εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών της ταξικής πάλης στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Με ιδιαίτερη φροντίδα και προσοχή πρέπει να εξασφαλίζεται η ενότητας δράσης όταν υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις (που δεν μπορεί να γίνει σύνθεσή τους) και οι αποφάσεις παίρνονται κατά πλειοψηφία. Σ΄ αυτή την περίπτωση, η οργάνωση δρα, όπως είναι φυσικό, με βάση την πλειοψηφούσα άποψη. Ωστόσο, όλα τα μέλη, στελέχη, οργανώσεις και καθοδηγητικά όργανα του ΝΑΡ, σε κάθε περίπτωση, επαγρυπνούν για την αποτελεσματικότητα της αντίληψης που προβάλλεται προς τα έξω, και έχουν την ετοιμότητα τροποποίησης ή αναίρεσής της (μέρους ή και του συνόλου της), όταν η εφαρμογή της εμφανίζει στοιχεία απόρριψης από πρωτοπόρους αγωνιστές της εργατικής τάξης. Φροντίζουν να λαμβάνουν πάντα υπόψη τους την γνώμη τέτοιων αγωνιστών πριν την οριστική κατάληξη σε κάποιες αποφάσεις.

Το ΝΑΡ θεωρεί ότι ο καθοριστικός έλεγχος για τις επιλογές και τις αντιλήψεις μας δεν γίνεται μόνο από τα μέλη του, αλλά και από τα πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης. Ωστόσο αυτό το βαθύ ταξικό κριτήριο (όπως και το βαθύ αίσθημα της δημοκρατίας) δεν πρέπει στην πράξη να αναιρεί την ενιαία πολιτική έκφραση του ΝΑΡ ούτε να ακυρώνει την πρακτική δράση με βάση την πλειοψηφούσα άποψη. Το ΝΑΡ, καλλιεργεί στα μέλη του το αυξημένο αίσθημα ευθύνης για τις επαναστατικές μας στοχεύσεις, έτσι ώστε αυτά να μπορούν να διαχωριστούν ανοιχτά και δημόσια όταν οι προγραμματικές μας στοχεύσεις ακυρώνονται ή αναιρούνται. Σε μια τέτοια περίπτωση φυσικά, χρειάζεται να υπάρχει ξεχωριστή ευαισθησία από μεριάς της οργάνωσης και ετοιμότητα για άμεση οργάνωση διαλόγου μέσα στην οργάνωση ώστε να συζητιούνται οι αντιτιθέμενες απόψεις (π.χ. έκτακτο προγραμματικό συνέδριο, έκτακτες συνδιασκέψεις κ.α.).

Το ΝΑΡ, τέλος, θεσπίζει για την καλύτερη οργάνωση της συζήτησης στις γραμμές του ειδικές περιόδους δημόσιου διαλόγου (προσυνδιασκεψιακές ή μη). Εκεί υπάρχει η δυνατότητα και η υποχρέωση υπεύθυνης, ανοιχτής και ελεύθερης διατύπωσης της κάθε άποψης. Στο μεσοδιάστημα, η δημοσιοποίηση διαφορετικών απόψεων συζητιέται και δρομολογείται μέσω της οργάνωσης, ενώ, όταν οι εν λόγω απόψεις δημοσιεύονται στο ΠΡΙΝ, πρέπει να διασφαλίζεται η διάκρισή τους από τις συλλογικές αποφάσεις και προσεγγίσεις που έχει κάνει η οργάνωση.

ε. Σχέση οργάνων και οργάνωσης

Τα καθοδηγητικά όργανα του ΝΑΡ είναι τα γραφεία των οργανώσεων, τα γραφεία περιοχών, η Επιτροπή Πόλης και το Γραφείο της Αθήνας, η Πολιτική Επιτροπή και το Γραφείο της, οι επιτροπές της Π.Ε. (Εργατική Επιτροπή, Οργανωτικό Γραφείο, Ιδεολογική Επιτροπή, Επιτροπή Πολιτικών Μετώπων).

Τα όργανα του ΝΑΡ είναι αιρετά, λογοδοτούντα και ανακλητά. Εκλέγονται από τις οργανώσεις (το Γραφείο), τις Συνδιασκέψεις Πόλεων ή Περιοχών (τα γραφεία ή οι επιτροπές πόλεων και περιοχών) είτε από Πανελλαδική Συνδιάσκεψη ή Συνέδριο (η Πολιτική Επιτροπή). Οι Επιτροπές Πόλεων ή Περιοχών και η Πολιτική Επιτροπή εκλέγουν το Γραφείο και το Συντονιστή τους, ενώ η Π.Ε. ορίζει, με βάση τη συνολική διάταξη των δυνάμεών μας, τις «βοηθητικές» επιτροπές και τα μέλη του ΝΑΡ που θα συμμετέχουν στην Σ.Ε. του ΠΡΙΝ. Η θητεία των οργάνων είναι ετήσια για τα γραφεία των οργανώσεων, διετής για τα υπόλοιπα ή τριετής για την Π.Ε. (αν και όταν κρίνεται αναγκαίο, μπορεί να γίνει εκλογή νέων οργάνων και νωρίτερα). Ο τρόπος εκλογής των οργάνων πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να αποτρέπει την αντιπροσώπευση μόνο κάποιας συγκροτημένης πλειοψηφίας και τον αποκλεισμό άλλων απόψεων. Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο για την εκλογή στα όργανα δεν είναι οι απόψεις αλλά η συνολική προσφορά κάθε σ/φου.

Τα καθοδηγητικά όργανα είναι οργανωτικά και πολιτικά όργανα με την πλήρη έννοια του όρου. Είναι σημαντικός κρίκος για την ύπαρξη της οργανωμένης δημοκρατίας στο ΝΑΡ. Διευκολύνουν την οριζόντια επικοινωνία των οργανώσεων.

Οργανώνουν τη συζήτηση, τη δράση, την οικοδόμηση και ανάπτυξη της οργάνωσης, την επαναστατική δουλειά στην ενότητά της (πολιτική, θεωρητική, κινηματική, οργανωτική). Από αυτή την άποψη, τα όργανα (όπως και οι οργανώσεις) έχουν ταυτόχρονα καθοδηγητικό και εκτελεστικό ρόλο και κυρίως πολιτικο-στρατηγικό. Δεν αποτελούν πηγή εξουσίας, αλλά ουσιαστικών υποχρεώσεων. Δεν αναπαράγουν, αλλά τείνουν να καταργήσουν τη διάκριση διευθυντών– διευθυνόμενων, «παραγωγών» πολιτικής και θεωρίας – εκτελεστών, «εφαρμοστών» της, θεωρίας-πράξης, δηλαδή να καταργήσει στο εσωτερικό του ΝΑΡ (και στη σχέση του ΝΑΡ με την εργατική τάξη) τα όποια στοιχεία του αστικού καταμερισμού εργασίας εμφανίζονται (όσο είναι δυνατόν σε μια ταξική κοινωνία).

Τα όργανα του ΝΑΡ αντλούν το κύρος και το ρόλο τους από την ίδια την οργάνωση και από την ικανότητά τους να διευκολύνουν αποτελεσματικά τη λειτουργία και τη δράση της. Είναι «μέσα» στην οργάνωση, συμμετέχουν στη δράση της (και ως σύνολο και το κάθε στέλεχος), έχουν σταθερή επαφή με το βηματισμό και τους προβληματισμούς της, τη βοηθούν με την έμπρακτη παρουσία τους.

Τα όργανα του ΝΑΡ είναι εργαζόμενα σώματα, στα οποία επιδιώκουμε να συμμετέχουν και να αναλαμβάνουν ευθύνες όσο το δυνατόν περισσότεροι σύντροφοι (ειδικά παραγωγικά εργαζόμενοι εργάτες). Τα όργανα του ΝΑΡ πρέπει να ανανεώνονται ουσιαστικά, να αλλάζουν οι καταμερισμοί, ώστε να μην δημιουργούνται ειδικοί, επετηρίδες και σύντροφοι με μονοδιάστατες εμπειρίες.

στ. Τα σώματα του ΝΑΡ

Ανώτατο σώμα του ΝΑΡ είναι το Συνέδριο. Τακτικό Συνέδριο πραγματοποιείται κάθε 3 χρόνια. Σ΄ αυτό συμμετέχουν ισότιμα και με ενιαίο τρόπο αντιπροσώπευσης εκλεγμένοι σύντροφοι από όλες τις οργανώσεις ή πυρήνες του ΝΑΡ και της ν.Κ.Α. Στην πορεία προς το Συνέδριο συμμετέχει στη συζήτηση όλο το δυναμικό του ΝΑΡ και της ν.Κ.Α., ενώ οι εργασίες του είναι ανοιχτές σε όλα τα μέλη. Το Συνέδριο αποφασίζει για το πρόγραμμα και την πολιτική μας και εκλέγει Πολιτική Επιτροπή. Ανάμεσα σε δύο συνέδρια ανώτατο όργανο του ΝΑΡ είναι η Π.Ε.

Έκτακτο Συνέδριο μπορεί να γίνει για κάποιο σημαντικό ζήτημα, που απαιτεί συνολική πολιτική τοποθέτηση, αν το ζητήσει το 1/3 των οργανώσεων ή των μελών μας.

Ανάμεσα στα δύο συνέδρια μπορούν να γίνονται πανελλαδικές συνδιασκέψεις (με τις ίδιες αρχές και αποφασιστικό ρόλο) για συνολικά ή ειδικότερα θέματα.

Επίσης μπορούν να γίνονται έκτακτα πανελλαδικά σώματα για κάποιο θεωρητικό ζήτημα (π.χ. «υπαρκτός σοσιαλισμός»), για κάποιο πολιτικό πρόβλημα (π.χ. πόλεμος), για μια ομάδα οργανώσεων (π.χ. εκπαίδευση) ή για κάποιο συνολικό ζήτημα του ΝΑΡ (π.χ. εργατικό κίνημα). Για να εκφράζεται έμπρακτα ο αποφασιστικός ρόλος της εργατικής δημοκρατίας και των μελών του ΝΑΡ έκτακτα σώματα μπορεί να απαντούν σε επείγοντα και συγκεκριμένα πολιτικά ερωτήματα και να συγκαλούνται με επείγοντες ρυθμούς (π.χ. πανελλαδικό σώμα για τον πόλο).

Ως σώματα του ΝΑΡ θεωρούνται και οι Συνδιασκέψεις Περιοχών ή Πόλεων, που επιδιώκουμε να συνέρχονται κάθε χρόνο.

ζ. Ατομική υπευθυνότητα – συλλογικός έλεγχος

Το ΝΑΡ αναπτύσσει την ατομική υπευθυνότητα και την προσωπικότητα των μελών του, του κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού επαναστάτη, προωθεί την ανάληψη επιμέρους και συνολικών καθηκόντων και ευθυνών, διασφαλίζει την ικανότητά τους να έχουν αποφασιστικό και ουσιαστικό ρόλο στο σύνολο των επαναστατικών καθηκόντων, αναδεικνύει ως καθοριστικό το κριτήριο της έμπρακτης προσφοράς του καθενός.

Ταυτόχρονα το ΝΑΡ προωθεί την εθελοντική συλλογική πειθαρχία, την ατομική προσφορά στον κοινό αγώνα, τη συλλογικότητα στην απόφαση, τη συζήτηση και τον έλεγχο, τη συνειδητή και δημιουργική συμμετοχή και δράση.

Σ΄ αυτά τα πλαίσια το ΝΑΡ θεωρεί ως αναπόσπαστο στοιχείο της λειτουργίας του τον πολιτικό απολογισμό, τη δημιουργική αυτοκριτική, τον ουσιαστικό έλεγχο, τη συντροφική κριτική.

η. Κατεύθυνση οικοδόμησης

Τα μέλη του ΝΑΡ συμβάλλουν στην οικοδόμηση όλων των πολιτικών μορφών του επαναστατικού υποκειμένου και πρωταρχικά στην οικοδόμηση – ανάπτυξη του ίδιου του ΝΑΡ. Πρωταρχικό πεδίο οικοδόμησης είναι οι παραγωγικά εργαζόμενοι μισθωτοί, οι κρίσιμοι εργασιακοί χώροι, ο κόσμος της εργασιακής περιπλάνησης και ανεργίας, η μισθωτή διανόηση (λόγω των ιστορικών δεσμών μας) κ.λ.π. Πεδία οικοδόμησης οργανώσεων του ΝΑΡ είναι επίσης η συνοικία και η πόλη. Επιδιώκουμε η κατεύθυνση της οικοδόμησης και της ανάπτυξης να μετριέται καθημερινά και πρακτικά και να μην εκφυλίζεται σε γενικόλογο σύνθημα.

θ. Αρχή της οικονομικής συνδρομής

Το ΝΑΡ στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε δικούς του πόρους: στις συνδρομές των μελών του, στις ενισχύσεις των φίλων του, στις τακτικές ή έκτακτες οικονομικές εξορμήσεις που κηρύσσει. Επιδιώκει να κατακτά την οικονομική ανεξαρτησία του, ως όρο για την πολιτική του ανεξαρτησία από την αστική πολιτική και για την ύπαρξη και δράση του.

Βασικό στοιχείο των οικονομικών πόρων του ΝΑΡ είναι η μηνιαία συνδρομή των μελών του, που αποτελεί μια ελάχιστη πολιτική και οικονομική σχέση, δέσμευση και συνεισφορά στους κοινούς επαναστατικούς μας σκοπούς. Το κατώτατο όριό της καθορίζεται από την Π.Ε. Κάθε οργάνωση ή σ/φος μπορεί να την αναπροσαρμόζει προς τα πάνω.

Σημαντική σημασία έχει και η πάγια οικονομική δουλειά των μελών του ΝΑΡ, ως δείγμα της κατάκτησης ανώτερων πολιτικών δεσμών με έναν ευρύτερο κύκλο αγωνιστών.

Η διαχείριση των οικονομικών του ΝΑΡ γίνεται με ευθύνη της Οικονομικής Επιτροπής της Π.Ε. Η Οικονομική Επιτροπή παρουσιάζει οικονομικό απολογισμό σε κάθε Συνέδριο ή αν ζητηθεί από το 1/3 των οργανώσεων.

ι. Οι σχέσεις ΝΑΡ - νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση

Η νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση είναι μια σημαντική κατάκτηση του ρεύματός μας. ΝΑΡ και ν.Κ.Α. επιδιώκουν, και γενικά σήμερα κινούνται στην ίδια προγραμματική πολιτική κατεύθυνση. Αυτό δείχνει τη δυνατότητα των επαναστατικών απόψεων, να κερδίζουν συνειδήσεις, τροφοδοτεί με νέες δυνάμεις το εγχείρημά μας.

Προφανώς η ν.Κ.Α. δρα και λειτουργεί αυτοτελώς, ως νεολαιίστικη κομμουνιστική οργάνωση με τους δικούς της τρόπους και μορφές. Το ΝΑΡ, ωστόσο, επιδιώκει να τη βοηθά πολιτικά, ιδεολογικά, πρακτικά. Αυτή η ουσιαστική βοήθεια δεν έχει ωστόσο κατακτηθεί. Και εδώ απαιτούνται πολύ πιο ουσιαστικές σχέσεις από μια απλή παρακολούθηση των διαδικασιών της ν.Κ.Α. από στελέχη του ΝΑΡ.

Από την πλευρά της η ν.Κ.Α. επιδιώκει να συμβάλλει με το δικό της πρωτότυπο τρόπο (και όχι με τη μέθοδο του νεανικού «αναμεταδότη») στη θεωρητική, πολιτική αναζήτηση και δράση του ΝΑΡ, στην οικοδόμηση και την ανάπτυξή του. Τα μέλη της ν.Κ.Α., συμμετέχουν με ισότιμους όρους στα πανελλαδικά σώματα, συνέδρια ή συνδιασκέψεις του ΝΑΡ. Πριν φύγουν από τη δουλειά της νεολαίας, μπορούν και πρέπει να συμμετέχουν και δρουν στις οργανώσεις του ΝΑΡ (εργατοπαραγωγικές ή συνοικιακές). Σε αυτήν την περίπτωση βέβαια προτεραιότητα έχει η δράση στην νεολαία, εκτός από ειδικές περιπτώσεις ειδικής χρέωσης συντρόφων που θα καθορίζεται μετά από συνεννόηση του γραφείου της ΠΕ του ΝΑΡ με το γραφείο του ΚΣ της ν.Κ.Α.

Αντικειμενικό έδαφος γι΄ αυτή την ανάπτυξη των σχέσεων ν.Κ.Α. και ΝΑΡ και την ουσιαστικότερη συστράτευσή τους είναι οι κοινές προγραμματικές και πολιτικές τους θέσεις για τον καπιταλισμό της εποχής, την επαναστατική πολιτική, το πολιτικό υποκείμενο της επανάστασης.

* Οι κανόνες λειτουργίας του ΝΑΡ ψηφίστηκαν από την 4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΝΑΡ (2000) και τροποποιήθηκαν σε ορισμένα σημεία με απόφαση του 2ου Συνεδρίου του ΝΑΡ (2006).