Η κοινωνικο-ταξική διάρθρωση στον ελληνικό καπιταλισμό και οι τάσεις αναδιάταξης

Εισηγητική ομιλία της σ. Μαρίας Μπικάκη, μέλους της ΠΕ του ΝΑΡ, στον 2ο κύκλο της Προσυνεδριακής Διημερίδας του ΝΑΡ για τον σύγχρονο ελληνικό καπιταλισμό, Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017. 

θέμα 2ου κύκλου της διημερίδας: "Η κοινωνικο-ταξική διάρθρωση στον ελληνικό καπιταλισμό και οι τάσεις αναδιάταξης"

Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες, φίλες και φίλοι,

Μας ενδιαφέρει ως ΝΑΡ να χαρτογραφoύμε την ταξική διαστρωμάτωση, για να έχουμε επίγνωση των συσχετισμών, των δυνάμεων του αντίπαλου και των ταλαντευόμενων στρωμάτων, αλλά και για να μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε την αριθμητική δύναμη, τα όρια, τις εσωτερικές διαιρέσεις και τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης.

Στόχος μας με αυτή τη χαρτογράφηση να μπορούμε να συμβάλλουμε στην ενότητα της τάξης, που σήμερα κατακερματίζεται από την ανεργία, την επισφάλεια, την καθιέρωση των προσωρινών-ελαστικών εργασιακών σχέσεων, την αμφισβήτηση των συλλογικών συμβάσεων, τα διαφορετικά δικαιώματα, μισθούς και ωράρια.

Μια ταξική ενότητα που είναι το κλειδί, ώστε η τάξη να γίνει τάξη για τον εαυτό της και να δράσει πρωταγωνιστικά για να ανοίξει ο δρόμος της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.

Να αποτελέσει το κοινωνικό υποκείμενο της εργατικής αντικαπιταλιστικής επανάστασης τροφοδοτώντας την με το σύγχρονο κομμουνιστικό περιεχόμενο, εμπνέοντας και στρατεύοντας τη νεολαία και πετυχαίνοντας, με ταξική ηγεμονία, τη συμμαχία με ευρύτερα λαϊκά κοινωνικά στρώματα και ειδικά εκείνα που φτωχοποιούνται.

Η χθεσινή θεματική ανέπτυξε πλευρές που αφορούν τη δράση του κεφαλαίου, συνεπώς και του ρόλου της καπιταλιστών στην Ελλάδα.

Στη σημερινή θεματική σχετικά με την ταξική διάρθρωση του καπιταλιστικού σχηματισμού στη χώρα μας θα παρουσιάσουμε τις συλλογικά επεξεργασμένες θέσεις μας με το εισηγητικό άνοιγμα και τις παρεμβάσεις των συντρόφων και συντροφισσών και θα ακούσουμε ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις από τους καλεσμένους συναγωνιστές μας.

Πρώτη εκτίμηση που καταθέτουμε είναι ότι οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, που προωθούνται την περίοδο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, με εργαλείο στην Ελλάδα τα μνημόνια, επιφέρουν διαφοροποιήσεις στα μεγέθη, τη δύναμη και τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών ομάδων.

Για την εξέταση της ταξικής διαστρωμάτωσης χρησιμοποιούμε τα Μαρξικά κριτήρια, όπως εξελίχτηκαν από τον Λένιν και τα προβάλλουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Ξεκινώντας μεθοδολογικά ανατρέχουμε στην αναφορά του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος: «Ολόκληρη η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα, σε δύο μεγάλες τάξεις, που βρίσκονται άμεσα αντιμέτωπες η μια με την άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο».

Και στο ορισμό του Λένιν: «Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους … προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας…»

Και προσδιορίζουμε τις τάξεις για τον ελληνικό καπιταλισμό : - την αστική τάξη και βέβαια - την εργατική τάξη που είναι στο κέντρο του ενδιαφέροντός μας καθώς και - τα μεσαία στρώματα.

Αστική τάξη

Σε συνέχεια λοιπόν της χθεσινής συζήτησης, σήμερα για τη διάρθρωση της αστικής τάξης επιγραμματικά μόνο, αναφέρουμε τα παρακάτω:

Αντιμετωπίζουμε την αστική τάξη σαν ενιαίο σύνολο συγκροτημένη από τους περίπου 70.000 καπιταλιστές που έχουν στην κατοχή τους μέσα παραγωγής, απασχολούν εργατικό δυναμικό και καρπούνται εισοδήματα από την εκμετάλλευση εργατικής δύναμης ή αντλούν τεράστια κέρδη μέσα από κερδοσκοπικές αγοραπωλησίες στη σφαίρα της κυκλοφορίας χρήματος και των χρηματιστικών παραγώγων, επίσης με τα πρόσωπα που έχουν καθοριστικό διευθυντικό ρόλο σε επιχειρήσεις και με τα πρόσωπα που κατέχουν ανώτατες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό.

Βέβαια, υφίστανται διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της αστικής τάξης, που σχετίζονται με το μέγεθος του κεφαλαίου, που οι καπιταλιστές έχουν στην κατοχή τους, του ρόλου τους στη διοίκηση επιχειρήσεων και του κρατικού μηχανισμού. Όμως ακόμα και όταν χρησιμοποιούμε τους όρους μεγαλοαστική, μεσαία αστική τάξη ή μικροαστική τάξη θεωρούμε ότι γίνεται κατανοητό ότι παρά τους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό της αστικής τάξης, τα συμφέροντά της είναι ενιαία και σε αντιπαράθεση και αντιπαλότητα με την εργατική τάξη.

Μεσαία στρώματα

Ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική παρεμβάλλονται τα μεσαία στρώματα, που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ανομοιογένεια και διαφορές στο εσωτερικό τους ως προς τη σχέση ιδιοκτησίας με τα μέσα παραγωγής, το ρόλο τους στην παραγωγή και την οργάνωση της εργασίας, το μέγεθος και τον τρόπο ιδιοποίησης της μερίδας του πλούτου που καρπώνονται.

Το σύνολο των αυτοαπασχολούμενων που δεν είναι ενιαίο προσδιορίζεται από τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ στις 836.000 ή 22,8 % του εργατικού δυναμικού, παρουσιάζοντας μείωση το τελευταίο διάστημα.

Υπολογισμοί καταγράφουν 275.000 αυτοαπασχολούμενους να έχουν μερίδιο ιδιοκτησίας σε επιχειρήσεις με προσωπικό και 161.405 βοηθούς σε οικογενειακή επιχείρηση.

Και οι δύο αυτές κατηγορίες έχουν συρρικνωθεί κατά 2% από το 2006, αλλά αποτελούν ένα άθροισμα 436,5 χιλιάδων. Μεγάλο μέρος από αυτούς βρίσκεται στις 166.000 χιλιάδες επιχειρήσεις (το 74,6% του συνόλου των επιχειρήσεων) που απασχολούν μέχρι 4 εργαζόμενους και πολλές από αυτές είναι οικογενειακές όπου οι εργαζόμενοι είναι ταυτόχρονα και συνιδιοκτήτες είτε ουσιαστικά είτε και τυπικά ανήκουν στα μεσαία στρώματα.

Εκτός από της αυτοαπασχολούμενους που έχουν μερίδιο ιδιοκτησίας σε μικρές επιχειρήσεις και ανήκουν στα μεσαία στρώματα και ένας ακόμα σημαντικός αριθμός αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό, που αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος, εντάσσεται στα μεσαία στρώματα λόγω της θέσης και του ρόλου του στην παραγωγή και της οικονομικής του κατάστασης.

Μια ακόμα κατηγορία που εντάσσεται στα μεσαία στρώματα είναι μισθωτοί χωρίς μέσα παραγωγής αλλά με ρόλο στη διεύθυνση επιχειρήσεων ή του κρατικού μηχανισμού.

Ο μεγάλος πληθυσμός των μεσαίων στρωμάτων που αποτελείται τουλάχιστον από αυτές κατηγορίες ξεπερνά το 1,2 εκατομμύρια και καταγράφεται ως ελληνική ιδιαιτερότητα. Έρχονται τα μέτρα των μνημονίων και παράλληλα με την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης φέρνουν συμπίεση και αριθμητική μείωση των μεσαίων στρωμάτων με καταστροφή των μικρών επιχειρήσεων και με φτωχοποίηση αυτοαπασχολούμενων που αρκετοί οδηγούνται σε αδήλωτη, φτηνή, ανασφάλιστη εργασία.

Μας ενδιαφέρουν αυτά τα τμήματα που φτωχοποιούνται να συνειδητοποιούν ότι τα συμφέροντά της βρίσκονται στο πλάι της εργατικής τάξης και εξυπηρετούνται άμεσα και μακροπρόθεσμα από της κοινές στοχεύσεις και της κοινούς αγώνες μαζί της.

ΑΝΕΡΓΟΙ

Επίσης μια σημαντική ομάδα είναι οι άνεργοι που το 2016 συνέχιζαν να ξεπερνούν το 1,13 εκατομμύριο. Σε αυτούς υπάρχει ταξική διαστρωμάτωση με παρουσία μεσαίων στρωμάτων, αλλά όπως αναφέρουμε παρακάτω σημαντικό κομμάτι των ανέργων εντάσσεται ή προσεγγίζει την εργατική τάξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Το 2016 η μισθωτή εργασία αντιπροσωπεύει το 65,89% της συνολικής απασχόλησης (84,74% στην ΕΕ). Μετράμε 2.431.000 μισθωτούς.

Μέσα σε αυτόν τον αριθμό των 2,431 εκ. μισθωτών βρίσκεται η σύγχρονη εργατική τάξη, με εξαίρεση όσους ασκούν διευθυντική λειτουργία, έχουν μεγάλες αμοιβές και άλλες ιδιαιτερότητες, που αφορούν την οικονομική τους κατάσταση ή τον κλάδο τους.

Συγκροτείται μέσα από το μεγαλύτερο μέρος του 1.770.000 μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, το μεγαλύτερο μέρος των 410.000 εργαζόμενων στο δημόσιο αφού έχουμε αφαιρέσει τους 150.000 που είναι στα σώματα ασφαλείας, στρατό και ιερείς, καθώς και από τους 63.000 περίπου συμβασιούχους, και μεγάλο μέρος των 33.000 που εργάζονται σε ΝΠΙΔ.

Ταυτόχρονα στη σύγχρονη εργατική τάξη χρειάζεται να συνυπολογίσουμε:

  • ένα τμήμα ντόπιων εργαζομένων που δουλεύουν μαύρα και δεν καταγράφονται στις έρευνες εργατικού δυναμικού και ένα μεγάλο αριθμό μεταναστών εργατών από τους 557.476 από τους οποίους φαίνεται ότι δουλεύουν μόνο 62.500 και ένα σημαντικό αριθμό που δεν είναι καν καταγεγραμμένοι.
  • ένα υπολογίσιμο τμήμα όσων καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι, αλλά παρέχουν μισθωτή εργασία με μπλοκάκι και με εξαιρετικά άσχημους όρους σε αμοιβές, ωράρια, ρόλο στην παραγωγή. Και για αυτούς είναι το μεγάλο ζητούμενο να κατοχυρωθεί ότι αποτελούν κομμάτι της εργατικής τάξης και με την αποδοχή τους από την υπόλοιπη τάξη με την κοινή οργάνωση τους σε σωματεία, που η πλειοψηφία των υπαρχόντων δεν τους δέχονται, με την κοινή πάλη για τα ενιαία εργατικά συμφέροντα και με τη δική τους σύγκρουση με τις καλλιεργούμενες ψευδαισθήσεις για ξεχωριστά συμφέροντα, ρόλο και προοπτικές επαγγελματικής σταδιοδρομίας.
  • ένα σημαντικό ποσοστό του 1,13 εκ. ανέργων (που εντάσσονται στην εργατική τάξη), γιατί προέρχονται από πρόσφατα απολυμένους μισθωτούς της εργατικής τάξης, είτε από νεοσειρχόμενους που κατάγονται από εργατικές οικογένειες.

Μπορούμε να καταλήξουμε με σιγουριά ότι η σύγχρονη εργατική τάξη της χώρας μας αποτελεί την πιο μεγάλη μερίδα όχι μόνο των απασχολούμενων, αλλά και ότι ξεπερνά το 60% του Οικονομικά Ενεργού Πληθυσμού.

Το ειδικό βάρος της εργατικής τάξης αυξάνει. Οι θεωρίες για την εξαφάνιση της εργατικής τάξης και το τέλος της εργασίας διαψεύδονται.

Για τα κριτήρια ένταξης στην εργατική τάξη και το μέγεθος της συχνά ανοίγει συζήτηση.

Να διευκρινίσουμε ότι δεν συμφωνούμε με τις απόψεις που προβάλλονται ως έκφραση «αυστηρών μαρξιστικών κριτηρίων» και στο όνομα του ξεκαθαρίσματος και της περιφρούρησης των γραμμών της εργατικής τάξης, θεωρούν ότι εντάσσονται σε αυτήν:

  • μόνο όσοι δουλεύουν σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες στην πρωτογενή παραγωγή ή στον τομέα της μεταποίησης.
  • Μόνο όσοι κάνουν καθαρά χειρωνακτική εργασία
  • Μόνο όσοι δουλεύουν σε ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις και όχι στο δημόσιο.
  • Μόνο όσοι δουλεύουν σε εταιρείες που απασχολούν παραπάνω από ένα συγκεκριμένο αριθμό εργατών
  • Μόνο όσοι δεν έχουν ανώτατη μόρφωση.
  • Μόνο όσοι κάνουν παραγωγική εργασία και παράγουν υπεραξία, άρα αποκλείοντας εργάτες που πουλάνε την εργατική τους δύναμη σε εργοδότες οι οποίοι δεν την εκμεταλλεύονται για παραγωγή εμπορευμάτων, αλλά για δική τους χρήση.
  • Μόνο όσοι δεν κατέχουν ατομικά περιουσιακά στοιχεία πχ αυτοκίνητο ή κατοικία, ακόμα και αν δεν τα χρησιμοποιούν ως εμπόρευμα ή ως εργαλεία παραγωγής.

Η περιοριστική αυτή κατάταξη, που αποκλείει με εκλεκτικισμό μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης, δεν εκτιμούμε ότι βοηθά τη συσπείρωση της, αλλά αντίθετα αναπαράγει από την ανάποδη τον κατακερματισμό της.

Αντίθετα, αξιοποιώντας τα μαρξικά και λενινιστικά κριτήρια για να προσδιορίσουμε το μέγεθος της σύγχρονης εργατικής τάξης, θεωρούμε ότι σε αυτήν εντάσσονται:

  • όσοι δεν κατέχουν μέσα παραγωγής και είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργατική τους δύναμη για να μπορούν να ζήσουν,
  • πηγή του εισοδήματος τους αποτελεί η μισθωτή εργασία τους,
  • ασκούν χειρωνακτική ή πνευματική εργασία είτε στην υλική παραγωγή είτε στην σφαίρα της κυκλοφορίας, των υπηρεσιών και της αναπαραγωγής,
  • δεν έχουν διευθυντική θέση ή κατασταλτικό ρόλο στο σύστημα,
  • το ύψος της αμοιβής τους δεν είναι σε ψηλά επίπεδα και ο τρόπος της αμοιβής τους είναι ο μισθός ή το μεροκάματο.

Με τα μαρξιστικά κριτήρια, λοιπόν, δεν αποτελεί κριτήριο αποκλεισμού αν κάποιος ασκεί πνευματική εργασία, ή αν δουλεύει σε μεμονωμένο καπιταλιστή, ή στο συλλογικό καπιταλιστή που είναι το κράτος ή αν δουλεύει στη σφαίρα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Να θυμίσουμε το εξής εδώ: Ο Μαρξ χρησιμοποιούσε τους όρους παραγωγικός και μη παραγωγικός εργάτη, χρησιμοποιώντας το ουσιαστικό «εργάτης» και στις δύο περιπτώσεις.

Κομβικός είναι ο ρόλος μερίδων της εργατικής τάξης στον ταξικό αγώνα, όπως του προλεταριάτου των σύγχρονων συνδυασμών πνευματικής - χειρονακτικής εργασίας των επιχειρήσεων και υπηρεσιών αιχμής της εποχής μας. Με βασικό κριτήριο, όχι το μορφωτικό του επίπεδο, αλλά την θέση του στην παραγωγική διαδικασία στους στρατηγικούς κλάδους στην οικονομία και μεγάλης συγκέντρωσης της τάξης.

Τέτοιοι κλάδοι της σύγχρονης βιομηχανικής εργατικής τάξης σήμερα αναδεικνύονται στα εργοστάσια της μεταποίησης, των τηλεπικοινωνιών-πληροφορικής, της ενέργειας, των μεταφορών, του εμπορίου, του επισιτισμού-τουρισμού, του χρηματοπιστωτικού τομέα, κ.α.

Αλλά τον πρωτοπόρο επαναστατικό του ρόλο αυτό το τμήμα της τάξης μπορεί να τον παίξει αν κερδηθεί με τις επαναστατικές ιδέες, αν δράσει σαν μοχλός ενότητας και ανοδικής κίνησης του συνόλου της τάξης και όχι σε αντιπαράθεση με το υπόλοιπο προλεταριάτο, από το οποίο δεν έχει άλλωστε ανεξάρτητα, αλλά ταυτόσημα συμφέροντα.

Το καθοριστικό και τελικό κριτήριο είναι η δοκιμασία της πράξης, στην ταξική πάλη για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης από όσους ανήκουν σε αυτήν ή από όσους διάλεξαν να στοιχηθούν μαζί της.

Η σύγχρονη εργατική τάξη της χώρας μας είναι πιο πολυσύνθετη, πιο πολυεθνική, πιο μορφωμένη από τις προηγούμενες γενιές, με μεγαλύτερη εξειδίκευση, με πιο εκτεταμένο συνδυασμό πνευματικής –χειρωνακτικής εργασίας.

Είναι η εργατική τάξη, που ταυτόχρονα βιώνει την οικονομική βία και στους όρους της αγοραπωλησίας της εργατικής της δύναμης και στους όρους αναπαραγωγής και το κόστος διαβίωσης.

Που αντιλαμβάνεται από τη μια τις τεράστιες δυνατότητες για ευημερία από τον πλούτο που παράγεται και από την άλλη βιώνει την ανέχεια, την ανεργία ή αντί της μείωσης των ωρών εργασίας την απίστευτη εξάντληση των ωραρίων. Που ζει την κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας, την μετατροπή του εργαζόμενου σε απασχολήσιμο-ωφελούμενο-λάστιχο και ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο να κληθεί για να δουλέψει. Που ο ελεύθερος χρόνος της και η διασκέδασή της, επίσης, ελέγχεται κυριολεκτικά από το κεφάλαιο.

Είναι η εργατική τάξη που, λόγω της αποξένωσης και του κατακερματισμού της στο χώρο εργασίας, γίνεται πιο ευάλωτη σε επιδράσεις που δέχεται και στο χρόνο της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Που πιέζεται για ενσωμάτωση, αποδοχή του life style, από τον καλλιεργούμενο ατομικισμό και την αντίληψη διάσπασης των συμφερόντων της και γίνεται πιο επιρρεπής σε ανταγωνιστικές σχέσεις σε βάρος της συλλογικότητας.

Για αυτό αποκτά κρίσιμη σημασία η υπεράσπιση των αξιών της εργατικής τάξης και έξω από το πεδίο της παραγωγής με την ολόπλευρη ανάπτυξη του εργατικού πολιτισμού και την υπεράσπιση των εργατικών αξιών της αλληλεγγύης, της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, του διεθνισμού.

Βέβαια, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι η ταξική συνείδηση πρωτίστως διαμορφώνεται στο πεδίο της εργασίας.

Όσο και αν αναβαθμίζεται η επίδραση στη συνείδηση από τον λεγόμενο «πολιτισμό του μη εργάσιμου χρόνου», η ταξική συνείδηση διαμορφώνεται πρωτίστως από τη στάση του σύγχρονου εργάτη και εργάτριας μέσα στο χώρο της δουλειάς, στις συγκρούσεις με την εργοδοσία και στον αγώνα με τους συναδέλφους.

Πεδίο που αλλάζει δραματικά με την εργοδοτική τρομοκρατία, την επέκταση-εξέλιξη των συστημάτων παρακολούθησης-επιτήρησης, την κατάργηση συνδικαλιστικών ελευθεριών, δικαιωμάτων και ΣΣΕ, την ελαστικότητα-προσωρινότητα, τις διαφορετικές ταχύτητες αμοιβών, σχέσεων εργασίας, ασφαλιστικών δικαιωμάτων, τους διαφορετικούς φορείς-εργοδότες μέσα στον ίδιο χώρο εργασίας. Κατακερματισμένο πεδίο, από το σημερινό μοντέλο εργασιακών σχέσεων που στοχεύει στη φτήνια της εργατικής δύναμης, μέσω της διαίρεσης, της ενίσχυσης της ατομικότητας και την υποχώρηση της συλλογικότητας.

Μέσα σε αυτό το τοπίο αναδεικνύεται η αδήριτη ανάγκη για βάθεμα, επαναθεμελίωση, επικαιροποίηση και υπεράσπιση της μαρξιστικής θεωρίας για τις τάξεις και το ρόλο της εργατικής τάξης. Ειδικά αυτή την περίοδο, που εκτός από τις θεωρίες για το τέλος της ιστορίας και του δεν υπάρχει εναλλακτική απέναντι στον ακλόνητο καπιταλισμό, επανέρχονται παλιές θεωρίες απαξίωσης του ρόλου της εργατικής τάξης και εμφανίζονται νέες ή σχετικά νέες.

Διαχωριζόμαστε από:

- Θεωρίες για το τέλος της ταξικής πάλης και των τάξεων και την καθοριστική σημασία όχι των κοινωνικών τάξεων, αλλά των ταυτοτήτων που συγκροτούνται είτε ως διαδικασίες είτε από τον τρόπο που γίνονται αντιληπτές από τους άλλους.

- Θεωρίες απαξίωσης της εργατικής τάξης ως αλλοτριωμένης ή μη υπάρχουσας και της ανάδυσης στη θέση της άλλων κοινωνικών υποκειμένων πχ μεταναστών, φοιτητών, γυναικών, υποκειμένων με βάση δευτερεύουσες αντιθέσεις, που παράγονται από την βασική οικονομική αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας, ή άλλων ομάδων π.χ. ακτιβιστών, μελών λαϊκών συνεταιρισμών οι οποίοι με την εξάπλωση των συνεταιρισμών που θα ροκανίσουν τις καπιταλιστικές σχέσεις και σταδιακά θα κυριαρχήσουν.

- Θεωρίες που αρνούνται τη μεσολάβηση συνδικάτων και εχθρεύονται την πολιτική οργάνωση της τάξης σε κόμματα, αναγορεύοντας το αυθόρμητο και την ακατέργαστη υποκειμενικότητα των βιομηχανικών εργατών σε καταλύτη της ταξικής πάλης που θεωρούν ότι διεξάγεται μόνο στα εργοστάσια.

- Θεωρίες για την ανάδυση άλλων υποκειμένων όπως το πλήθος –μιας πολλαπλότητας ατόμων- που μέσα στον κατακερματισμό και την σημερινή πολλαπλότητα των πολιτικών ταυτοτήτων, αρνείται να αφεθεί να υφαρπαχτεί από το κράτος, Πλήθος που δεν ταυτίζεται με το λαό και αντιπαρατίθεται σε όλες τις τάξεις.

- Αντιλήψεις ότι το σύγχρονο προλεταριάτο δεν είναι πια επαναστατική δύναμη, το πολύ - πολύ δύναμη κρούσης σε αμυντικούς αντικαπιταλιστικούς αγώνες, όχι όμως φορέας νέων κοινωνικών σχέσεων και απελευθερωτικού πολιτισμού.

- Θεωρία ότι στο ρόλο της εργατικής τάξης, που δεν μπορεί να χειραφετηθεί, αλλά θα παραμένει συμβιβασμένη, αναδείχνεται το πρεκαταριάτο, ως το νέο υποκείμενο για τις συγκρούσεις με το σύστημα που προσδιορίζεται στους εργαζόμενους των επισφαλών σχέσεων εργασία ή και μόνο στη νεολαία αυτών των σχέσεων.

Αρνήσεις που δεν πηγάζουν από κάποια ιδεοληψία μας, αλλά από την ιστορική εμπειρία μας.

Επειδή δεν αρκούμαστε στις εξεγέρσεις των γαλλικών προαστίων, του Δεκέμβρη του 08, στις πλατείες του 11. Αλλά αναζητούμε τις επαναστάσεις της εποχής μας. Τις σύγχρονες κομμούνες και Οκτώβρηδες, που ήταν έργο της εργατικής τάξης εκείνων των εποχών.

Γιατί η μόνη διέξοδος από την καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι η επανάσταση. Και ο ρόλος της εργατικής τάξης, ως καταλυτικό υποκείμενο της επανάστασης μέχρι τέλος, δεν προκύπτει από μια μεταφυσική ιδιότητα που την επικαθορίζει ως μεσσία, αλλά με βάση:

  • την αντικειμενική πραγματικότητα της θέσης της στην παραγωγή και στο σύστημα εκμετάλλευσης,
  • το αριθμητικό της μέγεθος,
  • την έλλειψη προοπτικής για τη ζωή της και για την αλλαγή της οικονομικής και κοινωνικής της θέσης που την κάνει το πιο συνεπή υπερασπιστή του αγώνα μέχρι τέλους,
  • την κατακτημένη εμπειρία και συλλογική πειθαρχία της,
  • τις δυνατότητες οργάνωσης της,
  • τις αξίες του εργατικού πολιτισμού της,
  • την τέχνη της να εντάσσει το δευτερεύον και μικρό, που είναι ζωτικά αναγκαίο, στα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα,
  • την εν δυνάμει ικανότητά της να κερδίσει και μεσαία στρώματα στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση και
  • τον εξοπλισμό της με την επαναστατική θεωρία.

Αυτές οι εκτιμήσεις δεν σημαίνουν από μεριάς μας αποδοχή, δικαιολόγηση και υπόκλιση σε ό,τι καθυστερημένο μπορεί να εντοπίζεται στις γραμμές της και εξιδανίκευση του προλεταριάτου ως «περιούσιας επαναστατικής τάξης».

Αντίθετα σήμερα εντοπίζουμε με ανησυχία την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας και της τάσης υποταγής στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης που ευνοεί τη διαίρεσή της, και αναδεικνύεται δραματική στη σύγχρονη εποχή των τεράτων.

Αποκτά κρίσιμη σημασία η εργατική τάξη να κατακτήσει το ρόλο της, ξεπερνώντας τις διαιρέσεις και κατακτώντας την ενότητά της.

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Τελειώνοντας,

Ως ΝΑΡ από τα πρώτα μας βήματα βάλαμε στο κέντρο των επεξεργασιών μας την κατάσταση της εργατικής τάξης και του κινήματος της και προσανατολίσαμε τη δράση μας στους εργατικούς χώρους.

Μέσα από τα συνέδρια, σώματα και εργατικές συνδιασκέψεις τοποθετηθήκαμε για την ανάγκη προνομιακής σχέσης της επαναστατικής πολιτικής με την εργατική τάξη και τα στρώματα που έχουν τους πιο σημαντικούς λόγους να συμμαχήσουν μαζί της.

Διατυπώσαμε το συμπέρασμα, ότι δεν μπορεί ν' απαντάει απόλυτα το «έξω» από το σημερινό σ.κ. ή μέσα σ' αυτό για μια «αλλαγή των συσχετισμών σε ταξική κατεύθυνση», αλλά ο συνδυασμός του «εντός» με το «εκτός» και «εναντίον», με αδιαπραγμάτευτο όρο πάντα την αυτοτελή παρουσία της τάσης του Νέου Εργατικού Κινήματος. Μιλήσαμε για το είναι και τη συνείδηση της σύγχρονης εργατικής τάξης, το αντικειμενικό και υποκειμενικό στην ταξική πάλη.

Θέσαμε τα κριτήρια περιοδολόγησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής βαθαίνοντας τις προσεγγίσεις μας για τους τρόπους παραγωγής και υπεξαίρεσης της υπεραξίας, τη σχέση εργασίας κεφαλαίου.

Εξετάσαμε τις μεταβολές στη σχέση πνευματικής - χειρωνακτικής εργασίας με βάση τις νέες παραγωγικές συνθήκες που δεν μετασχηματίζουν μόνο το πνευματικά εργαζόμενο τμήμα της εργατικής τάξης, αλλά επηρεάζουν βαθιά και τον χαρακτήρα της χειρωνακτικής μερίδας του.

Αναζητήσαμε τις αιτίες της κραυγαλέα αναντιστοιχίας ανάμεσα στην ταχύτατη όξυνση των αντικειμενικών κοινωνικών αντιθέσεων και την κραυγαλέα υστέρηση του επαναστατικού παράγοντα σε όλα τα επίπεδα της ταξικής πάλης.

Ανιχνεύσαμε στη διαμόρφωση της σύγχρονης εργατικής τάξης που αναπτύσσεται σε αντίθεση, αλλά και εξάρτηση από τον ιστορικό της αντίπαλο, την αναπτυγμένη στο έπακρο ενότητα και αντιπαράθεση, ανάμεσα στην τάση χειραφέτησής/απελευθέρωσης και την τάση υποταγής/συνδιαλλαγής, οι οποίες συνυπάρχουν και συγκρούονται, ακριβώς γιατί δένονται με τη διπλή «φύση» της εργατικής τάξης που εκφράζει την ενότητα και την διαπάλη ανάμεσα στην διεκδίκηση της «εμπορευματικής» αξίας και την κατάργηση της απόσπασης υπεραξίας.

Αναδείξαμε την ανάγκη του αγώνα για να συγκεντρωθεί , να οργανωθεί και να ενωθεί η τάξη, νέοι και παλιοί, έλληνες και ξένοι, ιδιωτικού τομέα και δημόσιου, εργαζόμενοι και άνεργοι, άνεργοι και προσωρινά εργαζόμενοι (όπως πρόσφατα ακούσαμε ότι να απολυθούν οι προσωρινοί για να πάρουν τη θέση τους για λίγο καιρό οι άνεργοι που είναι στην ουρά), συμβασιούχοι και μόνιμοι, που γίνεται πιο δύσκολος και πιο αναγκαίος και καθοριστικός και μπορεί να προχωρήσει με την αποφασιστική συμμετοχή της νεολαίας, μόνο από ένα ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα.

Και θέσαμε την ανάγκη για ένα Νέο Εργατικό Κίνημα, οριοθετημένο από το εκφυλισμένο και αστικοποιημένο, ως συμπύκνωση του δρόμου για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού και του συνδικαλιστικού κινήματος.

Κίνημα που θα αναδεικνύει την καρδιά της αντιπαράθεσης κεφαλαίου-εργασίας, πεδίο που έχει υποτιμηθεί σε όφελος μόνο των οικονομικών αιτημάτων.

Νέο Εργατικό Κίνημα που θα υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα άμεσα συμφέροντα της τάξης και θα μπορεί να το κάνει, γιατί θα έχει στην προμετωπίδα του και στόχους πάλης με τα πιο καθολικά και πολιτικά αιτήματα, που θα εκφράζουν τα συνολικά εργατικά συμφέροντα και θα τείνουν να ενώνουν την εργατική τάξη και τα υπό εκμετάλλευση στρώματα και όχι να αναπαράγουν τους διαχωρισμούς τους.

Γιατί θα μπορεί να συνδυάζει τους αμυντικούς με τους επιθετικούς αγώνες, τον οικονομικό με τον πολιτικό αγώνα.

Για αντίθεση στην οικονομική βία και την κλοπή του εργατικού μισθού.

Για να ξαναθέσει η εργατική τάξη στους στόχους και στο προσκήνιο την οριστική κατάργηση εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και των διακρίσεων. Να κάνει πράξη το προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε.

Για να ανεμίσουν ξανά ψηλά οι σημαίες της εργατικής χειραφέτησης και της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Μαρία Μπικάκη, μέλος της ΠΕ του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, 8/10/2017