Βαθιά και πολύπλευρη κρίση. Άρθρο Γ. Λιοδάκη

Διάγνωση της σημερινής συγκυρίας


ΒΑΘΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΠΛΕΥΡΗ ΚΡΙΣΗ


 


Η διάγνωση της σημερινής συγκυρίας του καπιταλισμού δείχνει ότι, στην πορεία διαμόρφωσης και αποκρυστάλλωσης του νέου αναπτυξιακού του σταδίου, του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, διέρχεται από μια σειρά κρισιακούς σπασμούς και παροξύνσεις, που δεν μπορούν να προβλεφθούν και να αντιμετωπιστούν από τους φορείς άσκησης της αστικής πολιτικής. Η κρίση που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν έχει ένα καθαρά συγκυριακό, κυκλικό χαρακτήρα, που θα μπορούσε κάπως να αμβλυνθεί ή να αντιμετωπιστεί με τα συμβατικά οικονομικά μέσα. Αντίθετα, η κρίση αυτή, με τις ποικίλες εκφάνσεις της, φέρνει με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια τις βαθύτερες αντιθέσεις και τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού συστήματος.


 


Στον πυρήνα αυτής της κρίσης εξακολουθεί να βρίσκεται η βαθιά και παρατεταμένη κρίση διαρθρωτικής υπερσυσσώρευσης που ξέσπασε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και, με διάφορες διακυμάνσεις και περιστασιακούς παροξυσμούς, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η κρίση αυτή εκδηλώνεται περιστασιακά ως οικονομική, ή ειδικότερα χρηματοπιστωτική και χρηματιστηριακή κρίση, ως κρίση πρώτων υλών και περιβάλλοντος, κρίση στο σύστημα διακυβέρνησης και εκπαίδευσης, και ως κρίση θεσμών και κοινωνικών αξιών. Στο κείμενο αυτό θα εστιάσουμε την προσοχή μας στις κοινωνικοοικονομικές προϋποθέσεις αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Όμως, η βαθιά πολιτισμική κρίση, που εκφράζεται με τα αυξανόμενα φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής και μια συνεχή πολιτισμική υποβάθμιση, αποτελεί μια καίρια συνιστώσα της συνολικής κρίσης του συστήματος. Αν και επηρεάζεται από την οικονομική κρίση, αλλά και τα ιδεολογικοπολιτικά αδιέξοδα των απελευθερωτικών εγχειρημάτων του παρελθόντος, δεν μπορεί να αναχθεί σε καθαρά οικονομικούς όρους.


    Η βαθιά και πολύπλευρη κρίση τείνει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, προς μια γενικευμένη, καθολική κρίση του συστήματος, που αποκτά ιστορική σημασία καθώς απειλεί σοβαρά τα ίδια τα θεμέλια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ούτε όμως η εμπειρία του παρελθόντος, ούτε η συγκεκριμένη ανάλυση της σημερινής συγκυρίας μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι επίκειται η οικονομική κατάρρευση του συστήματος. Εκείνο πάντως που είναι σαφές είναι ότι, η κρίση αυτή του συστήματος συνεπάγεται ένα τεράστιο κόστος για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, και τα πραγματικά κρισιακά αδιέξοδα καταδεικνύονται από το γεγονός ότι, παρά τα τεράστια οικονομικά και τεχνολογικά μέσα της εποχής, το σύστημα αποτυγχάνει κραυγαλέα να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια πραγματικά ανθρώπινη ανάπτυξη.


Στα πλαίσια τής ταξικής πάλης, λοιπόν, το κεφάλαιο επιχειρεί μέσα από βαθιές αναδιαρθρώσεις και μια αυξημένη εκμετάλλευση της εργασίας να διασφαλίσει την επιβίωση και αναπαραγωγή του, ενώ η εργατική τάξη επιδιώκει την άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης, την αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών, και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για μια οριστική υπέρβαση της κρίσης με την απελευθερωτική υπέρβαση του ίδιου του συστήματος που τη γεννά.


 


ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΔΙΕΞΟΔΟΥ


 


Για την καλύτερη κατανόηση της εξελισσόμενης κρίσης και των αναδιαρθρώσεων που επιχειρούνται για την υπέρβαση της, είναι ίσως σκόπιμο να ξεκινάμε από το νόμο που ο Μαρξ χαρακτήρισε ως το βασικό νόμο της Πολιτικής Οικονομίας, δηλαδή το νόμο της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους (ΠΤΠΚ) και τις αντίρροπες προς αυτόν τάσεις. Το κεφάλαιο, προκειμένου να αποσοβήσει την τάση αυτή μείωσης του ποσοστού κέρδους, που βρίσκεται στην καρδιά της κρίσης, επιστρατεύει όπως έχουμε και παλαιότερα επισημάνει (ΠΡΙΝ, 13/1/02), όχι μόνο την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας σε συνδυασμό με την ανάπτυξη και αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, αλλά και την διεύρυνση του μετοχικού κεφαλαίου μέσα από μια επεκτεινόμενη ανάπτυξη διαφόρων χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων.


Μετά τη σχετικά επιτυχή άνοδο του κρατικού παρεμβατισμού Κεϋνσιανού τύπου κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο και τα κρισιακά αδιέξοδα που αντιμετώπισε στη συνέχεια, το κεφάλαιο επιχείρησε, με όχημα το νεοφιλελευθερισμό, να διαμορφώσει ορισμένες ριζικά νέες χωρο-χρονικές διευθετήσεις που θα του επέτρεπαν ενδεχόμενα να ξεπεράσει τη βαθιά του κρίση. Η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας θα του επέτρεπε την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας, ενώ η απελευθέρωση των διεθνών αγορών θα επέτρεπε στην εγγενή τάση του κεφαλαίου να δημιουργήσει, μέσω της παγκοσμιοποίησης, σημαντικές οικονομικές εφεδρείες και έτσι να διασφαλίσει την ανάσχεση της πτωτικής τάσης του κέρδους (νέα χωρική διευθέτηση). Ταυτόχρονα, και μετά τη σχετική με την ελλειμματική χρηματοδότηση Κεϋνσιανή εμπειρία, συνειδητοποιήθηκε ότι δεν είναι μόνο οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες που μπορούν να δημιουργούν χρήμα. Η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών διαδικασιών, με την ραγδαία επέκταση των χρηματοπιστωτικών μέσων από ιδιωτικές τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (χρηματιστηριακές και ασφαλιστικές εταιρίες, ασφαλιστικά ταμεία, κ.λπ.), αναμενόταν να αυξήσει τη ρευστότητα και να τροφοδοτήσει την οικονομική δραστηριότητα, μεταθέτοντας έτσι την κρίση στο μέλλον (χρονική διευθέτηση).


Αλλά η ταξική πάλη στην αγορά εργασίας και οι έντονες αντιστάσεις στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση έχουν περιορίσει σημαντικά την εμβέλεια και την αποτελεσματικότητα της σχετικής ανασυγκρότησης του κεφαλαίου. Η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών, σε συνδυασμό με την κοντόφθαλμη επιδίωξη του άμεσου και εύκολου κέρδους, έχει οδηγήσει επίσης σε μια υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού και χρηματιστηριακού τομέα, σε βάρος του παραγωγικού (και βιομηχανικού ειδικότερα) τομέα, απ’ όπου αποσπάται η υπεραξία για να μετατραπεί σε κέρδος. Η υπερδιόγκωση του τομέα αυτού και ο πολλαπλασιασμός τόσο των σχετικών φορέων όσο και των προϊόντων (ομόλογα, παράγωγα, κ.λπ.) έχουν οδηγήσει σε μια εκτεταμένη κερδοσκοπία σε διεθνές επίπεδο, σε απατηλές πυραμιδικές εξελίξεις, αλλεπάλληλες φούσκες, εντονότατη αστάθεια, και συχνές χρηματοπιστωτικές ή χρηματιστηριακές καταρρεύσεις. Έτσι, μετά τη φούσκα της ‘νέας οικονομίας’, ήλθε η σειρά των καταρρεύσεων (κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά όχι μόνο) που σχετίζονται με την υπερ-επέκταση επισφαλών στεγαστικών δανείων. Η υπερ-επέκταση των χρηματοπιστωτικών μέσων γενικότερα, και του χρηματιστικού κεφαλαίου ειδικότερα, τείνει να διχάζει το κεφάλαιο καθώς μόνο μια μερίδα του επωφελείται, ενώ η πιθανή τροφοδότηση πληθωριστικών φαινομένων πλήττει τα συμφέροντα, όχι μόνο της εργατικής τάξης, αλλά και μιας μερίδας του κεφαλαίου. Δημιουργούνται, επομένως, σοβαρά εμπόδια και όρια, τόσο στη χωρική (γεωγραφική) μετάθεση της κρίσης, μέσω της παγκοσμιοποίησης, όσο και στη χρονική της μετάθεση, μέσω του δανεισμού και των πιστώσεων. Τα όρια αυτά γίνονται επίσης ορατά με την εκρηκτική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στον τομέα της καταναλωτικής πίστης. Όλα αυτά τα αδιέξοδα και οι καταρρεύσεις μαρτυρούν τη δυσκολία ή αδυναμία του κεφαλαίου να διασφαλίσει μια ουσιαστική διέξοδο από την κρίση.


Παράλληλα, και παρά τη νεοφιλελεύθερη ρητορεία των τελευταίων δεκαετιών περί ελάχιστου κράτους, το κράτος (εθνικό και διεθνικό) αναλαμβάνει ένα καίριο ρόλο στη συνολική ανασυγκρότηση του κεφαλαίου, και με σημαντικές του παρεμβάσεις επιχειρεί να μετατοπίσει τα όρια δημόσιου/ιδιωτικού και συμβάλλει αποφασιστικά στην παραπέρα απαλλοτρίωση βασικών μέσων παραγωγής και κοινωνικού πλούτου από το κεφάλαιο, επεκτείνοντας ή ανοίγοντας νέα πεδία καπιταλιστικής συσσώρευσης. Το κράτος επιστρατεύει διάφορα μέσα οικονομικού και θεσμικού καταναγκασμού για να προωθήσει αυτή τη διαδικασία ‘πρωταρχικής συσσώρευσης’, επεκτείνοντας έτσι τη διαδικασία προλεταριοποίησης και τον εφεδρικό στρατό των ανέργων, δημιουργώντας νέες αγορές, και ενισχύοντας τις προϋποθέσεις καπιταλιστικής κερδοφορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελεί η εκτατική κατοχύρωση πνευματικών περιουσιακών δικαιωμάτων που απορρέουν από την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και γενετικού υλικού, και η ελεύθερη ιδιοποίηση πολύτιμων στοιχείων της φύσης από το κεφάλαιο. Συμβάλλει επίσης στην ίδια κατεύθυνση με την εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση, όχι μόνο της παιδείας, υγείας και άλλων κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά ακόμα και δρόμων, λιμανιών και άλλων κοινωνικών υποδομών, καθώς και με διάφορες ανεξέλεγκτες Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα. Με όλους αυτούς τους τρόπους, αλλά και με ένα ‘πολεμικό Κεϋνσιανισμό’ που αυξάνει ανεξέλεγκτα τις σχετικές δαπάνες, το κράτος αναδεικνύεται σε βασικό μηχανισμό στήριξης και συμπλήρωσης των ανεπαρκών παραγωγικών επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα, και σε μηχανισμό ενίσχυσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Ο κρατικός αυτός Κεϋνσιανισμός ενισχύεται από ένα ‘ιδιωτικό’ και ‘κατασκευαστικό Κεϋνσιανισμό’ ειδικότερα, που έχει πάρει τελευταία μεγάλη έκταση. Σε συνδυασμό, όλες αυτές οι διαδικασίες τείνουν στην ακόμα μεγαλύτερη αφαίμαξη ανθρώπινης εργασίας και στην απόσπαση υπεραξίας, η οποία αναδιανέμεται, ανάλογα με τους ανταγωνιστικούς συσχετισμούς, για να ενισχύσει την καπιταλιστική κερδοφορία σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη.


Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, και με τη συνδρομή των νέων τεχνολογιών, αναπτύσσονται και διαπλέκονται οι νέες μορφές εκμετάλλευσης και απόσπασης απόλυτης ή σχετικής υπεραξίας που χαρακτηρίζουν το υπό διαμόρφωση νέο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τη συνεχιζόμενη πρωταρχική σημασία της απόσπασης σχετικής υπεραξίας, η απόσπαση απόλυτης υπεραξίας, με τη μορφή της επέκτασης των ωραρίων εργασίας και του εργάσιμου βίου, την εντατικοποίηση, και τις πολλαπλές εργασιακές σχέσεις, αποκτά μια αυξανόμενη βαρύτητα. Η βαρβαρότητα των μορφών αυτών εκμετάλλευσης, έρχεται να συνδυαστεί με την ανησυχητική επέκταση της ‘μαύρης’ (δουλικής) εργασίας, η οποία με διάφορες παραλλαγές έρχεται να ενσωματωθεί στο καπιταλιστικό κύκλωμα, ενισχύοντας τη συνολική κερδοφορία και τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής του κεφαλαίου.


Η αυξανόμενη αυτή και πολύμορφη εκμετάλλευση της εργασίας συναντά βέβαια, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, σημαντικές αντιστάσεις από τη μεριά της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα από το αν αυτές μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς για τα σημερινά δεδομένα. Η εργατική τάξη που αντιμετωπίζει καθημερινά τη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης στους χώρους δουλειάς, την εκτεταμένη ανεργία, την καλπάζουσα αύξηση της ακρίβειας, και τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αντιστέκεται στο νέο οδοστρωτήρα του καπιταλισμού και, συχνά ανεξάρτητα από την ενσωματωμένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αυτό-οργανώνεται, αμφισβητεί, και παλεύει ενάντια στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Η ταξική αυτή πάλη εντοπίζει μέσα από την καθημερινή πείρα τους κρίσιμους κρίκους και διαδικασίες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, αναπτύσσει νέες μορφές οργάνωσης και αγώνα, και παίζει ένα αποφασιστικό ρόλο, όχι μόνο στις συνθήκες ζωής και εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, και στη συνολική αντιστοίχηση (‘αξίωση’) της χρηματοπιστωτικής επέκτασης με την παραγωγή νέων αξιών, αλλά και στους όρους συνολικά αξιοποίησης και στις προοπτικές αναπαραγωγής του κεφαλαίου.


Και εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι, ανεξάρτητα από την αναμφισβήτητη αναγκαιότητα αγώνων και στόχων για μια άμεση ανακούφιση και βελτίωση των συνθηκών εργασίας και ζωής των εργαζομένων, συνειδητοποιείται σταδιακά ότι είναι επιτακτική ανάγκη να σπάσει το εκμεταλλευτικό περίβλημα της αλλοτριωμένης μισθωτής εργασίας (των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής) για να διασφαλιστεί μια ουσιαστική και οριστική διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση.              


 


Η κρίση της αστικής διακυβέρνησης


Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΟΥ


 


Μέσα στις σημερινές συνθήκες της εντεινόμενης κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της διεθνικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, αλλάζουν ραγδαία και οι λειτουργίες και οι στόχοι του αστικού κράτους. Το εθνικό κράτος δεν μπορεί πλέον από μόνο του να ανταποκριθεί στις ανάγκες συντονισμού και αναπαραγωγής του διεθνικού κεφαλαίου. Έτσι, διαμορφώνεται και αναπτύσσεται παράλληλα ένα διεθνικό κράτος του κεφαλαίου (διεθνείς Οργανισμοί και φορείς συντονισμού). Το κράτος (εθνικό και διεθνικό) επιχειρεί, όπως σκιαγραφήθηκε παραπάνω, να συμβάλλει στη διεθνή ανασυγκρότηση του κεφαλαίου με στόχο τη διέξοδο από την κρίση και την παραπέρα ανάπτυξή του. Αντί να λειτουργεί ως παράγοντας κοινωνικής συνοχής, αναδεικνύεται σε στρατηγείο (με εθνικά και διεθνή παραρτήματα) ανάπτυξης και ενίσχυσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Λόγω όμως των δυσκολιών ρύθμισης, των εντεινόμενων ταξικών αντιθέσεων, και των εγγενών ορίων του ίδιου του κεφαλαίου, αποτυγχάνει μέχρι σήμερα στους βασικούς οικονομικούς του στόχους.


Η συνεχιζόμενη όξυνση της κρίσης, η αποτυχία της οικονομικής ρύθμισης, και η εντεινόμενη διαπλοκή και διαφθορά (βλ. Ζίμενς και τόσα άλλα σκάνδαλα) υποσκάπτουν ουσιαστικά την αστική ηγεμονία, οδηγούν σε μια συχνότατη προσφυγή στον καταναγκασμό ή τη φυσική βία και καταστολή, και περιορίζουν μέχρις εξαφανίσεως την υποτιθέμενη τυπική αυτονομία του αστικού κράτους. Έτσι προκύπτει μια ουσιαστική κρίση αστικής διακυβέρνησης που απειλεί σοβαρά την κοινωνική συνοχή, αλλά και τις ίδιες τις κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις αναπαραγωγής του αστικού status quo.


Τα φαινόμενα ενός θεσμοποιημένου αυταρχισμού και ολοκληρωτισμού, που είναι σύμφυτα με τον ίδιο το χαρακτήρα του νέου σταδίου του καπιταλισμού, πολλαπλασιάζονται καθημερινά. Αρκεί εδώ να σημειώσουμε ως παραδείγματα, τη διαδικασία και το χαρακτήρα της συνταγματικής συνθήκης της ΕΕ που προωθήθηκε ερήμην της λαϊκής βάσης, και την πρόσφατη συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης με την Microsoft του Μπίλ Γκαίητς που θα έχει μια τεράστια εμβέλεια και σημασία για τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στη χώρα (βλ. ΠΡΙΝ 27/1/08). Η συνεχιζόμενη διόγκωση των διοικητικών και κατασταλτικών μηχανισμών, σε βάρος των θεσμών κοινωνικού ελέγχου, αποτελεί επίσης ένα καίριο χαρακτηριστικό της νέας εποχής του καπιταλισμού. Όπως γίνεται φανερό, ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας του διεθνικού κράτους, οι θανατηφόρες για τη δημοκρατία επιπτώσεις της κυριαρχίας των μονοπωλίων, και η στενή διαπλοκή των τελευταίων με το κράτος, αντί να δίνουν διέξοδο από την κρίση, αναπαράγουν τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην άσκηση και νομιμοποίηση της αστικής εξουσίας.        


 


ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ


Το πολιτικό διακύβευμα


ΑΝΑΓΚΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


 


Οι αποτυχημένες προσπάθειες ανασυγκρότησης του κεφαλαίου, σε εθνική και διεθνική κλίμακα, ώστε να διασφαλιστεί μια ικανοποιητική διέξοδος από τη σημερινή βαθιά κρίση, αλλά και η καθημερινή εμπειρία της εντεινόμενης ταξικής πάλης και των σοβαρών επιπτώσεων της κρίσης, καταδεικνύουν το βασικό πολιτικό διακύβευμα των σύγχρονων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων. Μέσα από τις αντιφατικές εξελίξεις και ταξικές συγκρούσεις της εποχής μας γίνεται φανερό ότι, ή το κεφάλαιο θα καταφέρει να ανασυγκροτηθεί σε βάρος της εργασίας για να αποκρυσταλλώσει τις προϋποθέσεις για το νέο στάδιο ανάπτυξής του, ή ένα ανασυγκροτημένο και ρωμαλέο εργατικό κίνημα θα αμφισβητήσει αποτελεσματικά την κοινωνική κυριαρχία του κεφαλαίου, ανοίγοντας προοπτικές για μια ουσιαστική κοινωνική απελευθέρωση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.


Το πρώτο ενδεχόμενο δεν αποτελεί, για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, μια ουσιαστική διέξοδο από την κρίση. Απεναντίας, θα σημάνει τη δραματική επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και ζωής, μια συρρίκνωση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων που θα μας γυρνάει σε μαύρες μεσαιωνικές καταστάσεις, έναν εκτραχηλισμό της κοινωνικής βαρβαρότητας, μια ολισθηρή και επικίνδυνη πολιτισμική υποβάθμιση, και έναν καταστροφικό εκτροχιασμό των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση. Οι καταστροφικές επιπτώσεις της ανεξέλεγκτης καπιταλιστικής παραγωγής, ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ανεβάζουν σταδιακά το κόστος για τις μέσες (ρυθμιστικές) συνθήκες παραγωγής, αλλά το κεφάλαιο ενδέχεται να διατηρεί κάποια περιθώρια κερδοφόρας επένδυσης και συσσώρευσης. Η συνεχιζόμενη όμως άνοδος του μέσου κόστους θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο τους όρους αξιοποίησης του κεφαλαίου, ενώ οι συσσωρευμένες επιδράσεις μιας τέτοιας διαδικασίας θα έχουν μη αναστρέψιμα αποτελέσματα πάνω στο φυσικό περιβάλλον, απειλώντας ολόκληρο το οικοσύστημα με καταστροφή. Με τις καταστροφικές αυτές επιπτώσεις πάνω στον άνθρωπο και τη φύση, και παρά τα επιστημονικο-τεχνικά μέσα και τις παραγωγικές δυνάμεις που έχουν αναπτυχθεί στην εξέλιξη του καπιταλισμού, η δυνατότητα μιας ουσιαστικής και ολόπλευρης ανθρώπινης ανάπτυξης αντάξιας ενός πραγματικά ανθρώπινου πολιτισμού μετατρέπεται σε άπιαστο όνειρο. Αντίθετα, οι προοπτικές του καπιταλισμού μοιάζουν μάλλον με έναν αβέβαιο και εφιαλτικό μεσαίωνα.


   Για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις μιας ανθρώπινης ανάπτυξης, απαιτείται μια επαναστατική ανατροπή των σημερινών καπιταλιστικών συνθηκών, ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να διαχειριστεί με ριζικά διαφορετικό τρόπο τον πλούτο και τα συσσωρευμένα μέσα παραγωγής, και να βάλλει την ίδια τη διαδικασία παραγωγής και τη σχέση του με τη φύση σε εντελώς διαφορετικά πλαίσια. Στον πυρήνα μιας τέτοιας ριζικής αλλαγής δεν μπορεί παρά να βρίσκεται η τάση απελευθέρωσης της αλλοτριωμένης μισθωτής εργασίας, και ο φορέας της δεν μπορεί να είναι άλλος από το φορέα αυτής της εργασίας (την εργατική τάξη). Μέσα από την καθημερινή εμπειρία της ταξικής πάλης, η εργατική τάξη εντοπίζει τα κρίσιμα σημεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όχι για να κάνει συγκεκριμένες προτάσεις για την άμβλυνση της κρίσης και τη σωτηρία του καπιταλισμού, αλλά για να κάνει πιο αποτελεσματική και τελεσφόρα την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης.


Επειδή όμως η υπάρχουσα κατάσταση και η παρατεταμένη κρίση οδηγούν σε μια αυξανόμενη εξαθλίωση που εγκυμονεί κινδύνους για τις κοινωνικές εξελίξεις, απαιτείται άμεσα, και χωρίς αυταπάτες, να διεξαχθούν αγώνες για την ανακούφιση των εργαζομένων από την κρίση, και να απαιτηθούν προοδευτικές μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση ενίσχυσης του δημόσιου τομέα και των σχετικών υπηρεσιών.


Ταυτόχρονα βέβαια, και στρατηγικά, απαιτείται μια από τα κάτω ανασύσταση του εργατικού κινήματος ως φορέα μιας κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, η οποία θα δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής διεξόδου με την υπέρβαση του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.    


 


Γιώργος Λιοδάκης, άρθρο από το ΠΡΙΝ, 2008